- ἐκπροικίζω
- ἐκ-προικίζω, ausstatten
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εκπροικίζω — ἐκπροικίζω (Α) προικίζω … Dictionary of Greek
ἐκπροικίσαι — ἐκπροικίζω portion off aor inf act ἐκπροικίσαῑ , ἐκπροικίζω portion off aor opt act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκπροικίζειν — ἐκπροικίζω portion off pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)